χοληγός
χοληγός, carrying off bile
χοληγός, όν,
- carrying off bile, φάρμακον Hp. Loc.Hom. 27, 28 (χοληγαγικός and -ηγαγός codd.).
χολ·ηγός, ός, όν, c. χολαγωγός, Hpc. 418, 6 et 37.
χοληγός, Galle abführend, Conj. für χοληγικός.