χρημάτισις
χρημάτισις, operation, activity
χρημᾰτ-ῐσις, εως, ἡ, = sq. II, X. Oec. 11.11, 20.22, Ael. Fr. 186.
- II Astrol., operation, activity, Vett.Val. 289.31.
χρημάτισις, εως (ἡ) [ᾰῐσ] action de faire des affaires pour gagner de l’argent, d’où gain, Xén. Œc. 20, 22 ; El. fr. p. 369.
Étym. χρηματίζομαι.
χρημάτισις, ἡ, = χρηματισμός ; ἀνυτικωτάτην χρημάτισιν ἀπὸ γεωργίας ἐπετήδευσε Xen. Oec. 20.22 ; Suid.