χρηματοφυλάκιον
χρηματοφυλάκιον, treasury
χρημᾰτο-φῠλάκιον [ᾰκ], τό,
- treasury, Str. 12.2.6.
χρηματο·φυλάκιον, ου (τὸ) [ᾰῠᾰ] trésor, Str. 537.
Étym. χρῆμα, φύλαξ.
χρηματοφυλάκιον, τό, Schatzkammer, Strab., l.d.