Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χυμοειδής
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χυθείη
χυθρίδιον
χυθρόγαυλος
χυλάριον
χυλιάζω
χυλίζω
χύλισμα
χυλισμός
χυλιστά
χυλοειδής
χυλοποιέω
χυλός
χυλόω
χυλώδης
χύλωμα
χύλωσις
χυλωτός
χύμα
χυματίζω
χυμάτιον
χυμεία
χὐμεῖς
χυμένη
χύμενος
χύμευσις
χυμευτικός
χυμεύω
χυμίζω
χυμικός
χυμίον
χυμοειδής
χυμός
χυμόω
χυμώδης
χύμωσις
χύντο
χύνω
χυρβιάζω
χύρρα
χυρράβιος
χυρρεῖον
χύσις
χυσταία
χύστος
χυστός
χυτήρ
χύτης
χυτικός
χυτλάζω
χύτλον
χυτλόω
χύτο
χυτός
Χυτός
χύτρα
χυτραῖος
χύτρειος
χύτρεος
χυτρεοῦς
χυτρεύς
χυτρεψός
…
χυμοειδής
Save
Pape
χυμοειδής
, [ῡ], ές,
saftartig
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}