ἀέναος
ἀέναος, ever-flowing
- ever-flowing, κρήνης τʼ ἀενάου καὶ ἀπορρύτου Hes. Op. 595; ἀ. λίμνη, ποταμός, Hdt. 1.93, 145, cf. Simon. 120; ποταμοί A. Supp. 553, E. Ion 1083, cf. 118; Ἀχέρων Theoc. 15.102; ἀενάου πυρός Pi. P. 1.6, cf. Call. Ap. 83; βόρβορον καὶ σκῶρ ἀείνων Ar. l.c.; ἀέναοι νεφέλαι Id. Nu. 275;—generally, everlasting, ἀρετᾶς . . κόσμον ἀέναόν τε κλέος Simon. 4.9; ἀ. τιμά, of Zeus, Pi. O. 14.12; ἀ. κράτος E. Or. 1299 (lyr.); ἀενάοις ἐν τραπέζαις, of public hospitality, Pi. N. 11.8; γλῶτταν καλῶν λόγων ἀείνων Cratin. l.c.:—also in Prose, κλέος Heraclit. 29; τροφή X. Ages. 1.20; ἀεναώτερον . . τὸν ὄλβον παρέχειν Id. Cyr. 4.2.44; ἀέναον οὐσίαν πορίσαι Pl. Lg. 966e; ἀ. ποταμῶν ἀμήχανα μεγέθη Id. Phd. 111d, cf. Arist. Mete. 349b9; θῖνες LXX Ba. 5.7; ἀένναοι τῶν θεῶν πρόσοδοι Procl. Inst. 152. Adv. ἀενάως Arist. Oec. 1346b15.
I
1 que fluye siempre
κρήνη
λίμνη
ποταμοί
ὕδατα
βόρβορον καὶ σκῶρ
πῦρ
νεφέλαι
δάκρυα
2 fig. inagotable
κράτος
τράπεζαι
τροφή
γλῶττάν ... καλῶν λόγων ἀείνων
πηγή
de Dios
3 fig. eterno
κλέος
βίος
οὐσία
μετελθεῖν εἰς τὸν ἀέναον κόσμον
κόσμου σύστασις
ὁ ἀ. Θεὸς Σωτήρ
ἐξ ἀενάου καὶ ἀπείρου πηγῆς
τὸν ἀέναον χρόνον
a perpetuidadμνήμη
φύσις
κίνησις
θάλαμος
βουλή
II adv. -ως para siempre
op. χρόνον τινα
• eternamente Chrys.M.56.529.
a
ἐπικαλοῦμαί σε, ἀέναε καὶ ἀγένητε
te invoco a ti, eterno y no creado
δεινὴν ἀέν[αον
terrible eterna
b
ἀέναον διάδημα ἑοῖς φορέεις κροτάφοισιν
llevas sobre tus sienes una diadema eterna
- 1ever-flowing, Hes., Hdt., Trag.
- 2generally, everlasting, ἀρετᾶς ἀέναον κλέος Simon.;—rare in Attic Prose, Xen., Plat.