ἀθαλπής
ἀθαλπής, without warmth
ἀθαλπής, ές,
- without warmth, Nonn. D. 37.151, 40.286, etc. Adv. -πέως Hp. Acut. 29.
1 que no tiene calor
πάχνη
γυῖα
γαίη
2 adv. -έως sin calor
τοῦ μὲν χειμῶνος ἀρριγέως, τοῦ δὲ θέρεος ἀ.
ἀρριγέως καὶ ἀ. καὶ ἀταλαιπώρως
ἀ·θαλπής, ής, ές, sans chaleur, Nonn. D. 37, 151, etc.
Étym. ἀ, θάλπω.
ἀθαλπής, ές, ohne Wärme, Nonn. oft.
• Adv. ἀθαλπέως , Hippocr.
• Adv. ἀθαλπέως , Hippocr.
ἀθαλπής
θάλπος
- without warmth, Anth.