ἀκηδιαστής Save LSJ DGE ἀκηδ-ιαστής, Hsch. and Suid. s.v. ἀσηκόρος. ἀκηδιαστής -οῦ, ὁ descuidado, cansino de monjes y eremitas con ἀκηδία: ὀφθαλμὸς ἀκηδιαστοῦ ταῖς θυρίσιν ἐνατενίζει Nil.M.79.1160A, cf. Hsch. y Sud.s.u. ἀσήκορος.