ἀκακοήθευτος Save LSJ DGE Pape ἀκᾰκο-ήθευτος, ον, = sq., Eust. 404.8. ἀκακοήθευτος -ον de buen carácter, amable Eust.404.7. ἀκακοήθευτος, = ἀκακοήθης, Eust.