ἀκαλαρρείτης
ἀκαλαρρείτης, soft-flowing
ἀκᾰλαρ-ρείτης, ου, ὁ, (ἀκαλός, ῥέω)
- soft-flowing, epith. of Ocean, Il. 7.422, Od. 19.434.
que discurre suavemente
ἀκαλα·ρρείτης, αο [ᾰκᾰ] adj. qui coule doucement ou silencieusement (l’Océan) Il. 7, 422 ; Od. 19, 434 ; cf. Orph. Arg. 1050.
Étym. ἀκαλός, ῥέω.
ἀκαλαρρείτης, sanft fließend, ἀκαλός u. ῥέω, Hom. zweimal, Il. 7.422, Od. 19.434 ἠέλιος μὲν ἔπειτα νέον προσέβαλλεν ἀρούρας(,) ἐξ ἀκαλαρρείταο βαθυρρόου Ὠκεανοῖο (οὐρανὸν εἰσανιών); – Orph. Arg. 1055 ἀκαλαρρείτης τε Σαράγγης.
ἀκαλαρρείτης
[ἀκαλά,
neut. pl. of ἀκαλός, cited in sense peaceful, still (cf. ἀκήν) + (σ)ρέω.]
Silently or gently flowing.
Epithet of Ocean Il. 7.422 = Od. 19.434.
ἀκαλαρρείτης (ἀκαλός): gentlyflowing; epith. of Oceanus, Il. 7.422 and Od. 19.434.
ἀκαλαρρείτης
ἀκαλός, ῥέω
- soft-flowing, of Ocean, Hom.