ἀκολάστασμα
ἀκολᾰσ-τασμα, τό,
- = ἀκολάστημα, restored by Dobree in Ar. Lys. 398 (ἀκόλαστʼ ᾅσματα codd.); ἀκολαστάσματα is prob.l. for -άματα in Anaxandr. 73, Alciphr. 1.38.
ἀκολάστασμα, ατος (τὸ) c. ἀκολασία, Ar. Lys. 398 conj.