Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀκοροτικός
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀκοπίατος
ἄκοπος
ἀκόπριστος
ἄκοπρος
ἀκοπρώδης
ἀκόπως
ἀκοπωτί
Ἀκοράβα
ἀκοράζεσθαι
ἀκοραῖος
ἀκοράστως
ἀκορεσταίνω
ἀκορέστατος
ἀκορεστία
ἀκόρεστος
ἀκορέστως
ἀκόρετος
ἀκορής
ἀκόρητος
ἀκορία
ἀκορίη
ἀκόριον
Ἄκορις
ἀκορίτης
ἀκορίτης οἶνος
ἄκορνα
ἀκορνοί
ἀκορνός
ἄκορον
ἄκορος
ἀκοροτικός
ἀκορραί
ἀκόρυφος
ἀκορύφωτος
ἀκόρωδον
ἄκος
ἀκοσκίνευτος
ἀκοσμέω
ἀκοσμήεις
ἀκόσμητος
ἀκοσμήτως
ἀκοσμία
ἀκόσμιος
ἄκοσμος
ἀκόσμως
ἀκοστάω
ἀκοστέω
ἀκοστή
ἀκοστής
ἀκόστιλα
Ἄκοστος
ἀκοστόω
ἄκοτος
ἀκουάζομαι
ἀκουάζω
Ἀκουαιστατιέλλαι
Ἀκουανῖται
ἀκουάρις
ἀκουβ-
ἀκουβητάλιος
ἀκουβήτωρ
…
ἀκοροτικός
Save
DGE
ἀκοροτικός
(
sc
. οἶνος) lat.
acoroticus
,
ácido
Dsc.Lat.5.84.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}