ἀκόσμιος Save LSJ Bailly 2024 ἀκόσμ-ιος, ον, = ἀκοσμήεις, Sch. Nic. Al. 175. ἀκόσμιος, ος, ον, c. ἄκοσμος, Lys. Sim. 45 dout.