Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀκοσμήτως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀκοράστως
ἀκορεσταίνω
ἀκορέστατος
ἀκορεστία
ἀκόρεστος
ἀκορέστως
ἀκόρετος
ἀκορής
ἀκόρητος
ἀκορία
ἀκορίη
ἀκόριον
Ἄκορις
ἀκορίτης
ἀκορίτης οἶνος
ἄκορνα
ἀκορνοί
ἀκορνός
ἄκορον
ἄκορος
ἀκοροτικός
ἀκορραί
ἀκόρυφος
ἀκορύφωτος
ἀκόρωδον
ἄκος
ἀκοσκίνευτος
ἀκοσμέω
ἀκοσμήεις
ἀκόσμητος
ἀκοσμήτως
ἀκοσμία
ἀκόσμιος
ἄκοσμος
ἀκόσμως
ἀκοστάω
ἀκοστέω
ἀκοστή
ἀκοστής
ἀκόστιλα
Ἄκοστος
ἀκοστόω
ἄκοτος
ἀκουάζομαι
ἀκουάζω
Ἀκουαιστατιέλλαι
Ἀκουανῖται
ἀκουάρις
ἀκουβ-
ἀκουβητάλιος
ἀκουβήτωρ
ἀκουβίτωρ
ἀκουή
Ἀκουήνσιοι
Ἀκούης
Ἀκουιλωνία
Ἀκούινκον
Ἀκούινον
Ἀκουῖνος
Ἀκουιτανία
Ἀκουιτανικός
…
ἀκοσμήτως
Save
Bailly 2024
ἀκοσμήτως,
adv.
sans ordre,
Plat.
Leg.
781
b
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}