ἀκραιφνότης Save ἀκραιφνότης, purity LSJ DGE ἀκραιφνότης, τητος, ἡ, purity, Anon. in Prm.(Rh.Mus. 47.614). ἀκραιφνότης -ητος, ἡ pureza Anon.in Prm.11.22.