ἀκραιπάλωτος Save LSJ DGE ἀκραιπᾰλ-ωτος, ον, = foreg.3, Orib. Eup. 1.12.5. ἀκραιπάλωτος -ον que quita la resaca τὸ ἀψινθίου ἀπόβρεγμα Orib.Eup.1.12.5.