About
Menu

ἀκραγής

ἀκραγής, not barking

ἀκραγής, ές, (κράζω)
  • not barking, ἀκραγεῖς κύνες, of gryphons, A. Pr. 803. Hsch. expl. ἀκραγές by δυσχερές, σκληρόν, ὀξύχολον, cf. ἄκραγγες (leg. ἀκραγές) · ἀκρόχολον AB 369.

Saved

Recent