ἀμειψικοσμίη Save LSJ DGE ἀμειψι-κοσμίη, ἡ, = μετακόσμησις, Democr. 138. ἀμειψικοσμίη -ης, ἡ • Alolema: †ἀμειψικόσμη EM 1055 alteración del mundo Democr.B 138.