ἀμελετησία
ἀμελετησία, want of practice
ἀμελετ-ησία, ἡ,
- want of practice, negligence, Pl. Tht. 153b; μνήμης Id. Phdr. 275a, cf. Eus.Mynd. Fr. 33, Ph. 1.548, etc.
falta de ejercicio, inactividad
μνήμης
ἐστὶν ἐχθρὸν φύσει ... φιλοπονία ἀμελετησίᾳ
σῶμα ἀργίη τήκει, ψυχὴν δ' ἀμελετησίη ἀσκήσιος τῶν αὐτὴν ἀειρόντων πρὸς τὸ θεοειδέστατον
ἀμελετησία, ας (ἡ) défaut d’exercice, Plat. Theæt. 153b, Phædr. 275a.
Étym. ἀμελέτητος.
ἀμελετησία, ἡ, Mangel an Uebung, Vernachlässigung, μνήμης Plat. Phaedr. 275a u. Sp.
ἀμελετησία
From ἀμελέτητος
- want of practice, Plat.