ἄμελξις
ἄμελξις, milking
ἄμελξις, εως, ἡ, (ἀμέλγω)
- milking, Pi. Fr. 106, LXX Jb. 20.17.
ordeño
γλάγεος
νομάδων
τοῦ γάλακτος
ἄμελξις, εως (ἡ) [ᾰ] action de traire, Pd. fr. 73.
Étym. ἀμέλγω.
ἄμελξις, ἡ, das Melken, Pind. frg. 73.
ἄ˘μελξις
- 1milking Σκύριαι δʼ ἐς ἄμελξιν γλάγεος αἶγες ἐξοχώταται fr. 106. 4.