ἀμετατρεψία Save LSJ DGE Bailly 2024 ἀμετα-τρεψία, ἡ, = sq., Ptol. Tetr. 16. ἀμετατρεψία -ας, ἡ inmovilidad ἀκινησία καὶ ἀ. τῶν ἐσομένων Ptol.Tetr.1.3.18. ἀμετατρεψία, ας (ἡ) immutabilité, Ptol. Tetr. 16. Étym. ἀμετάτρεπτος.