ἀμετάτρεπτος
ἀμετάτρεπτος, unalterable
ἀμετά-τρεπτος, ον,
- = ἀμετάστροφος, Plu. Thes. 17, Iamb. Myst. 6.6, Herm. ap. Stob. 1.4.7b. Adv. -τως, gloss on ἀσκελές, Sch. Od. 4.543; also ἀμετα-τρεπτί v.l. in M.Ant. 8.5.
I
1 inmutable, inconmovible Plu.Thes.17,
διαμονὴ τῶν ἐν τῷ κόσμῳ
οἱ νόμοι
δύναμις προνοίας
τὸ ζητούμενον πρᾶγμα
γνώμη
Ἄτροπος παρὰ τὸ ἀμετάτρεπτον τῆς μοιριδίου ἀνάγκης
• firme
ἔσται ὁ κατηγορῶν ἀ. καὶ ἐπίμονος
ψυχή
2 inconvertible
ἀ. πρὸς τὸ ἀγαθὸν φρόνημα
• subst. τὸ ἀ. obstinación en el error, negativa a la conversión Origenes Comm.Ser.119 in Mt.
II adv. -ως inconmoviblemente
glos. a ἀσκελές
ἀ·μετάτρεπτος, ος, ον, immuable, inaltérable, Plut. Thes. 17.
Étym. ἀ, μετατρέπω.
ἀμετάτρεπτος, unwandelbar, fest, Plut. Thes. 17, neben ἀμετάπειστος.