ἀμνησικάκητος
ἀμνησικάκητος, not maliciously remembered
ἀμνησι-κάκητος, ον,
- not maliciously remembered, ἀμνησικάκητον ποιεῖσθαι τὴν ἁμαρτίαν Plb. 39.7.5.
olvidado, perdonado
ἀμνησικάκητον ἐποιήσατο τὴν ἁμαρτίαν
ἀμνησικάκητος, ος, ον [ῐᾰ] dont on ne conserve pas de ressentiment, Pol. 40, 12, 5.
Étym. ἀμνησικακέω.