ἄμνηστος
ἄμνηστος, unremembered
ἄμνηστ-ος, ον,
- forgotten, Theoc. 16.42, Lyc. 1230.
- 2 Act., forgetful, Phryn. PS p.20 B.
1 olvidado
ἄμναστοι ... μακροὺς αἰῶνας ἔκειντο
οὐδ' ἄμνηστον ... κῦδος μαρανθὲν ἐγκατακρύψεις ζόφῳ
no cubrirás de polvo en el olvido tu fama, al marchitarseἄ. ὕμνος
Θεαγένην ἄμνηστον ἀφήκατε
δολίην ἄμνηστον ἐάσας ... φιλότητα
μηδὲν ἄμνηστον τῶν παρ' αὐτοῖς πραττομένων
2 act. que olvida Phryn.PS p.20B.,
ἀῆται
ἀμπλακίης ἀ.
ἄ·μνηστος, ος, ον, oublié, Thcr. Idyl. 16, 42 ; Lyc. 1230 ||
➳ Dor. ἄμναστος, Thcr. Idyl. l. c.
Étym. ἀ, μνάομαι.
ἄμνηστος, vergessen, an den man nicht denkt, Theocr. 16.42 ; κῦδος Lyc. 1230.
ἄμνηστος
μνάομαι
- unremembered, Theocr.