ἀμφιβολεύς
ἀμφιβολεύς, fisherman
ἀμφιβολ-εύς, έως, ὁ, (ἀμφιβάλλω)
- fisherman, LXX Is. 19.8.
pescador LXX Is.19.8, PCornell 46.6 (II a.C.), prob.
ἀμφιβολεῦσι (graf. ἀμφιβολεουσι, -ευουσι)
ἀμφιβολεύς, έως (ὁ) qui pêche au filet, Spt. Esaï. 19, 8.
ἀμφιβολεύς, ὁ, Netzfischer, LXX.