ἀμφιβολητικός Save ἀμφιβολητικός, ambiguous LSJ DGE ἀμφιβολ-ητικός, ή, όν, ambiguous, φωνή Olymp. in Cat. 86.39. ἀμφιβολητικός -ή, -όν ambiguo φωνή Olymp.in Cat.86.39.