ἀνάγνωμα Save LSJ Bailly 2024 Pape ἀνάγνωμα, v. ἀνάγνωσμα. ἀνάγνωμα, ατος (τὸ) c. ἀνάγνωσμα, DH. Dem. 22. ἀνάγνωμα, τό, Dion.Hal. vi Dem. 22, = ἀνάγνωσμα.