Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀναγλυπτάριος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀναγκασμός
ἀναγκαστέος
ἀναγκαστήρ
ἀναγκαστήριος
Ἀναγκάστης
ἀναγκαστικός
ἀναγκαστικῶς
ἀναγκαστός
ἀναγκαστῶς
ἀναγκεπάκτης
ἀναγκεπόπτης
ἀνάγκη
ἀναγκίτης
ἀναγκίτις
ἀναγκλήτως
ἀναγκόδακρυς
ἀναγκοθέτησις
ἀναγκομόναρχος
ἀναγκοπέδη
ἀναγκοσιτέω
ἀναγκόσιτος
ἀναγκοσιτῶ
ἀναγκοτροφέω
ἀναγκοφαγέω
ἀναγκοφαγία
ἀναγκοφάγος
ἀναγκοφορέω
ἀνάγκυλος
ἀναγλυκαίνομαι
ἀναγλυκαίνω
ἀναγλυπτάριος
ἀναγλυπτικός
ἀνάγλυπτος
ἀναγλυφάριος
ἀναγλυφή
ἀνάγλυφος
ἀναγλύφω
ἀναγνάμπτω
ἀναγνάπτω
ἀναγνεία
ἀναγνέω
Ἀναγνία
ἀνάγνιστος
Ἀναγνίται
ἀναγνοίη
ἄναγνος
ἀνάγνωμα
ἀναγνωρίζω
ἀναγνώρισις
ἀναγνώρισμα
ἀναγνωρισμός
ἀναγνωριστικός
ἀνάγνως
ἀναγνωσείω
ἀνάγνωσις
ἀνάγνωσμα
ἀναγνωστέον
ἀναγνωστεύω
ἀναγνωστήριον
ἀναγνώστης
ἀναγνωστικός
…
ἀναγλυπτάριος
Save
DGE
ἀναγλυπτάριος
-ου, ὁ
escultor de relieves
,
CIL
2.2243.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}