Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀνάγνως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀναγκοτροφέω
ἀναγκοφαγέω
ἀναγκοφαγία
ἀναγκοφάγος
ἀναγκοφορέω
ἀνάγκυλος
ἀναγλυκαίνομαι
ἀναγλυκαίνω
ἀναγλυπτάριος
ἀναγλυπτικός
ἀνάγλυπτος
ἀναγλυφάριος
ἀναγλυφή
ἀνάγλυφος
ἀναγλύφω
ἀναγνάμπτω
ἀναγνάπτω
ἀναγνεία
ἀναγνέω
Ἀναγνία
ἀνάγνιστος
Ἀναγνίται
ἀναγνοίη
ἄναγνος
ἀνάγνωμα
ἀναγνωρίζω
ἀναγνώρισις
ἀναγνώρισμα
ἀναγνωρισμός
ἀναγνωριστικός
ἀνάγνως
ἀναγνωσείω
ἀνάγνωσις
ἀνάγνωσμα
ἀναγνωστέον
ἀναγνωστεύω
ἀναγνωστήριον
ἀναγνώστης
ἀναγνωστικός
ἀνάγνωστος
Ἀνάγομβρα
Ἀνάγομβροι
Ἀναγόρα
ἀναγορασία
ἀναγορεία
ἀναγόρευσις
ἀναγόρευτος
ἀναγορεύω
ἀνάγραμμα
ἀναγραμματίζω
ἀναγραμματισμός
ἀναγραπτέον
ἀναγραπτέος
ἀνάγραπτος
ἀναγραφεύς
ἀναγραφεύω
ἀναγραφή
ἀναγράφιον
ἀναγράφω
ἀναγρετόν
ἀναγρετός
…
ἀνάγνως
Save
Bailly 2024
ἀνάγνως,
adv.
d’une façon impure,
Sib.
3, 596
.
Étym.
ἄναγνος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}