ἀνάλειφος Save DGE Bailly 2024 Pape ἀνάλειφος v. ἀνήλιφος. ἀν·άλειφος, ος, ον [ᾰλ] qui n’a pas le corps frotté d’huile, Thém. 235. Étym. ἀν-, ἀλείφω. ἀνάλειφος, = ἀνήλειπτος, Themist.