ἀνάλεκτος
ἀνάλεκτος, select, choice
ἀνά-λεκτος, ον,
- select, choice, γυναῖκες ἀ. τὸ κάλλος Socr. Ep. 9. -lectris, -idos, dub. in Ov. A.A. 3.273 (v. ἀναληπτρίς).
escogido, seleccionado
γυναῖκας Σικελικὰς τρεῖς ἀναλέκτους τὸ κάλλος
παιδία
ἀνάλεκτος, ος, ον, recueilli, Socr. Ep. 9.
Étym. ἀναλέγω.