ἀναλείχω
ἀναλείχω, to lick up
ἀναλείχω,
- lick up, τὸ αἷμα Hdt. 1.74.
lamer
τὸ αἷμα ἀναλείχουσι ἀλλήλων
ἀνα·λείχω, essuyer en léchant, Hdt. 1, 74.
ἀναλείχω, auflecken, Her. 1.74 αἷμα.
ἀναλείχω
- to lick up, τὸ αἷμα Hdt.