ἀναλεκτήριον Save DGE Bailly 2024 ἀναλεκτήριον -ου, τό saco, morral Aq.1Re.17.40. ἀναλεκτήριον, ου (τὸ) besace, Aqu. Sam. 1, 17, 40. Étym. ἀναλέγω.