ἀναίρεμα Save LSJ DGE Pape ἀναίρ-εμα, ατος, τό, = ἑλώριον, Sch. A.R. 2.264. ἀναίρεμα -ματος, τό presa Sch.A.R.2.264. ἀναίρεμα, τό, Beute, Raub, Schol. Ap.Rh. 2.264.