ἀναισθής
ἀναισθής, ές,
- = ἀναίσθητος, Max.Tyr. 17.5, 37.5.
1 insensible, carente de sentidos
γένος
2 no perceptible
τῆς ᾠδῆς τὸ κάλλος
ἀν·αισθής, ής, ές, c. ἀναίσθητος, M. Tyr. 17, 5.
ἀναισθής, ές, Sp., = ἀναίσθητος.