ἀναβλητικῶς
ἀναβλ-ητικῶς,
- gloss on ἀμβολάδην, ἀμβλήδην, Eust. 1241.36, 1282.1.
glos. a ἀμβολάδην, ἀμβλήδην
ἀναβλητικῶς, zögernd, Eust.
glos. a ἀμβολάδην, ἀμβλήδην