ἀναδίπλασις Save DGE Bailly 2024 ἀναδίπλασις -εως, ἡ gram. reduplicación Hdn.Schem.80. ἀναδίπλασις, εως (ἡ) [ᾰσ] redoublement, A. Tr. 12, p. 687. Étym. *ἀναδιπλάζω, de ἀνά, διπλάζω.