ἀναδραμεῖν Save LSJ Bailly 2024 ἀναδρᾰμ-εῖν, aor. 2 inf. of ἀνατρέχω. ἀναδραμεῖν, ἀναδραμοῦμαι, inf. ao. 2 et fut. d’ἀνατρέχω.