ἀναδενδραδικός
ἀναδενδραδικός, for ἀναδενδράς, a vine that grows up trees
ἀναδενδρ-αδικός, ή, όν,
- for ἀναδενδράδες, ἀμπελών PSI 6.697 (ii A. D.), prob. in BGU 1279 (iii B. C.).
de parra
σύμφυτος
ἀμπελών