ἀναδεκτικός
ἀναδεκτικός, fitted for receiving
ἀναδεκ-τικός, ή, όν,
- fitted for receiving, S.E. M. 7.355.
apto para recibir, susceptible de, propicio a
τὸ γὰρ ὁρατικοῦ πάθους ἀ. ὁρατικῶς κινεῖται
ἀναδεκτικός, ή, όν, propre à recevoir, Sext. M. 7, 355.
Étym. ἀναδέχομαι.
ἀναδεκτικός, zum Aufnehmen geeignet, Sext.Emp.