ἀνακλιντήριον
ἀνακλιντήριον, head-rest
ἀνακλιν-τήριον, τό,
- head-rest of a couch, Erot. s.v. ἀνακλισμοῦ:—also ἀνάκλιν-τρον, τό, Poll. 6.9; condemned by Phryn. 130.
ἀνακλιντήριον, ου (τὸ) c. ἀνακλισμός, Erot. 88.
ἀνακλιντήριον, τό, = ἀνάκλιντρον, τό, Lehnstuhl, Poll., s. ἐπίκλιντρον.