ἀνακογχύλισμα Save ἀνακογχύλισμα, gargle LSJ DGE ἀνακογχῠλ-ισμα, ατος, τό, gargle, Orib. Eup. 4.69. ἀνακογχύλισμα -ματος, τό enjuague Orib.Eup.4.68.6.