ἀνακογχυλίσασθαι Save Pape ἀνακογχυλίσασθαι, nach Poll. 6.25, = ἀνακλύσασθαι τὴν φάρυγγα (s. ἀνακογχυλιάζω), Harp. u. Philet. p. 453.