ἀναλογούντως
ἀναλογούντως, fittingly
ἀναλογούντως, Adv. pres. part.,
- = ἀναλόγως, c. dat., CIG 2766 (Aphrodisias); fittingly, BGU 248.21 (i A. D.).
1 proporcionalmente, en forma correspondiente c. dat.
ἀξίως καὶ ἀ. τῇ πατρίδι καὶ τῷ γένει
τῆς ἐπιγραφῆς ἐφ' ἑκάστου γεινομένης ἀναλογούντως
2 apropiadamente c. dat.
Ἀπολλωνίῳ