Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀναλυτικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀναλογητέον
ἀναλογητικός
ἀναλογία
ἀναλογίζομαι
ἀναλογικός
ἀναλογικῶς
ἀναλόγισμα
ἀναλογισμός
ἀναλογιστέον
ἀναλογιστικός
ἀναλογιστικῶς
ἀναλογίστως
ἀνάλογος
ἀναλογούντως
ἀναλογχόομαι
ἀναλογχόω
ἀναλόγως
ἀναλοκίζομαι
ἀναλοκίζω
ἄναλος
ἀναλόω
ἄναλτος
ἀναλύζω
ἀνάλυμα
ἀνάλυσις
ἀναλυτέον
ἀναλυτέος
ἀναλυτήρ
ἀναλύτης
ἀναλυτικός
ἀναλυτικῶς
ἀνάλυτος
ἀναλυτρόομαι
ἀναλύτρωσις
ἀναλύω
ἀναλφάβητος
ἀνάλφιτος
ἀνάλωκα
ἀνάλωμα
ἀναλωμάτιον
ἀνάλωσα
ἀνάλωσις
ἀναλωτέος
ἀναλωτής
ἀναλωτικός
ἀνάλωτος
ἀναλωφάω
ἀναμαιμάω
ἀναμαλάσσω
ἀναμανθάνω
ἀναμαντεύομαι
ἀναμάξευτος
ἀνάμαξις
ἀναμαρμαίρω
ἀναμαρτάνω
ἀναμαρτής
ἀναμαρτησία
ἀναμάρτητος
ἀναμαρτήτως
ἀναμαρτοεπής
ἀνάμαρτος
…
ἀναλυτικῶς
Save
Bailly 2024
ἀναλυτικῶς
[
ῠ
]
adv.
par analyse,
Arstt.
An. post.
1, 22, 12
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}