ἀνειλιγμένως
ἀνειλιγμένως, explicitly
ἀνειλιγμένως, Adv. pf. part. Pass. of ἀνελίσσω,
- explicitly, opp. συνεσπειραμένως, Herm. in Phdr. p.137 A., cf. Phlp. in Ph. 20.5; [ψυχὴ μετέχει θεοῦ] ἀ. Anon. Incred. 21.
adv. sobre el perf. pas. de ὁ ὁρισμός, ἀνειλιγμένως ἕκαστον τῶν ὑπαρχόντων τῷ πράγματι σημαίνει