ἄνεικος
ἄνεικος, without demur
ἄνεικος, ον,
- without demur, φόρον ἄ. τελεῖν CIG 2693e11 (Cyzicus).
no objetado
φόρον ἄ. τελεῖν
ἄνεικος, without demur
no objetado
φόρον ἄ. τελεῖν