ἀνεκλιπής
ἀνεκ-λῐπής, ές,
- = ἀνέκλειπτος, LXX Wi. 7.14, 8.18.
inagotable
ἀνεκλιπὴς γὰρ θησαυρός ἐστιν ἀνθρώποις
αὐτῆς πλοῦτος ἀνεκλιπής
πλοῦτος ἀ. ἡ δυσθήρατός ἐστι σοφία
ἀν·εκλιπής, ής, ές [ῐ] c. ἀνέκλειπτος, Spt. Sap. 7, 14 ; 8, 18.
ἀνεκλιπής, ές, LXX, = ἀνέκλειπτος.