ἀνέκβατος
ἀνέκβατος, without outlet
ἀνέκ-βᾰτος, ον,
- without outlet, χαράσρα Th. 3.98; Ἄϊδος εὐνή Opp. H. 4.392.
- 2 not ‘coming off’, ὄνειρος, opp. ἀποβαίνειν, Cat.Cod.Astr. 5(3).89.31.
1 que no tiene salida
χαράδρα
ῥαχία
ὕλης ἀνεκβάτου οὕσης
Ἄϊδος εὐνή
• invariable
ἥ γε ... οὐσία τῶν πραγμάτων
• inimpugnable
δύο ῥήσεων ... μιᾶς ἀνυπερβάτου καὶ ἑτέρας ἀ.
2 que no se verifica
ὄνειρος
ἀν·έκβατος, ος, ον [βᾰ] sans issue, Thc. 3, 98 ; Opp. H. 4, 392.
Étym. ἀν-, ἐκβαίνω.
ἀνέκβατος, ohne Ausgang, χαράδραι Thuc. 3.98 ; Opp. H. 4.392.
ἀνέκβατος
ἐκβαίνω
- without outlet, Thuc.