ἀνοίκητος
ἀνοίκ-ητος, ον,
- = ἀοίκητος, Hdt. 4.31.
deshabitado
ἀνοίκητα τὰ πρὸς βορῆν ἐστί
ἀνοίκητος, unbewohnt ; doch scheint ἀοίκητος die vorzüglichere Form. S. Lobeck Phryn. p. 731.
deshabitado
ἀνοίκητα τὰ πρὸς βορῆν ἐστί