ἀντιπαράλληλος Save LSJ DGE ἀντιπαράλληλος, sc. πούς, = διτρόχαιος, Sch. Heph. p.219 C. ἀντιπαράλληλος -ου, ὁ métr. troqueo doble Sch.Heph.p.219.